Σε έναν αγώνα δρόμου για πάταξη της φοροδιαφυγής το Κέντρο Ελέγχου Φορολογούμενων και οι ελεγκτές των ΔΟΥ Μεγάλου Πλούτου (ΚΕΦΟΜΕΠ) έχουν υπερόπλα με δυνατότητες ελέγχου των τραπεζικών κινήσεων Ελλήνων φορολογουμένων. Ένα σημαντικό εργαλείο ελέγχου έχει αποδεχτεί τα τελευταία χρόνια που διανύουμε προσαύξησης περιουσίας. Στην εποχή ελλιπώς τεκμηριωμένοι ισχυρισμοί του φορολογικού ελέγχου έβαλαν στο στόχαστρο φορολογούμενους ελέγχοντάς αναδρομικά και επιβάλλουν απίστευτους φόρους και προσαυξήσεις.

Σε κάθε περίπτωση αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι οτι οι ισχυρισμοί των φοροελεγκτων μηχανισμού και ως εκ τούτου ένας φορολογικός έλεγχος μπορεί και πρέπει με σωστούς χειρισμούς να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά πριν κοινοποιηθεί στον φορολογούμενο.

Η εταιρία μας, έχοντας εμπειρία και γνώση των φορολογικών διατάξεων καθώς και των διαδικασιών ελέγχου, αναλαμβάνει την εκπροσώπηση ελεγχόμενων φορολογουμένων. Λανθασμένοι χειρισμοί «ακολουθούν» την υπόθεση και επιβαρύνουν την θέση του φορολογούμενου.

 

Τι πρέπει να ξέρουμε για την αντιμετώπιση του ελέγχου. Δικαιολογητικά-διαδικασίες

 

  1. Διασταύρωση και δικαιολόγηση των ελεγχόμενων τραπεζικών κινήσεων, μέσω πλέγματος νομικών διατάξεων, λογιστικών τεχνικών και φορολογικών διατάξεων.
  2. Βεβαιώσεις από τράπεζες και οργανισμούς για χρηματικά ποσά που υπάρχουν στους λογαριασμούς την ημερομηνία 31.12.1999 ημερομηνία παραγραφής (δεν ελέγχονται και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ανάλωση κεφαλαίου).
  3. Βεβαιώσεις για χρηματικά ποσά που προέρχονται από δανειακές συμβάσεις ή συμβάσεις δωρεών αφαιρούνται διέποντας φορολογική μεταχείριση. Τα ποσά αυτά από την 1.4.2008 οι δωρεές είχαν φόρο 0% μεταξύ συγγενών α’ βαθμού (με κλίμακα από κάποιο ποσό και άνω) ενώ από την 1.4.2008 κι εφεξής έχουν φόρο 10%.
  4. Τα χρηματικά ποσά που προέρχονται από μισθώσεις ακινήτων αφαιρούνται και τυγχάνουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης.
  5. Χρηματικά ποσά που προέρχονται από πωλήσεις ακινήτων αφαιρούνται. Αν έχει γίνει η αγοραπωλησία σε αντικειμενικές αξίες ενός ακινήτου, πρέπει να γίνει διόρθωση συμβολαίου και να πληρωθεί φόρος μεταβίβασης στο επιπλέον τίμημα μόνο 3%.
  6. Βεβαίωση από την τράπεζα ή τον χρηματοπιστωτικό οργανισμό για χρηματικά ποσά που προέρχονται από λήξη προθεσμιακών καταθέσεων δεν αποτελούν πρωτογενείς καταθέσεις και δεν φορολογούνται.
  7. Βεβαιώσεις για χρηματικά ποσά που προέχονται από πωλήσεις μετοχών ομολόγων και άλλων άϋλων τίτλων (μέχρι το 2014) δεν φορολογούνται.
  8. Βεβαιώσεις από χρηματικά ποσά που μεταφέρονται από άλλο πιστωτικό ίδρυμα δεν αποτελούν πρωτογενείς καταθέσεις και αφαιρούνται.
  9. Βεβαιώσεις από χρηματικά ποσά που προέρχονται από επαναπατρισμό κεφαλαίων δεν αποτελούν πρωτογενείς καταθέσεις.
  10. Περαιώση που έχει ενταχθεί ο επαγγελματίας δεν λαμβάνονται υπόψιν από τις φορολογικές αρχές, καθότι θεωρείται ότι υπάρχουν νεά επιβαρυντικά στοιχεία που προέκυψαν από το άνοιγμα λογαριασμών, ενώ υπάρχει δεδικασμένο. Η περαίωση σε κάθε περίπτωση υπολογίζεται στο τελικο καταλογισμό με διαφορετικές πιο ευνοϊκές διατάξεις χρέωση του καθότι αντιμετωπίζεται.

Μέλημα μας είναι να μας προσκομισθεί κατάσταση συνδικαιούχων των ελεγχόμενων τραπεζικών λογαριασμών, προκειμένου να μοιραστούν πρωτογενείς καταθέσεις που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από τον ελεγχόμενο. Με τον τρόπο αυτό, το ποσό που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί φορολογικά μειώνεται η φορολογική εικόνα του ελεγχόμενου είναι πλήρως αιτιολογημένη και αποδεκτή.

 

Σχετικές Αποφάσεις:

 

  1. Η διάταξη για την προσαύξηση της περιουσίας και τη φορολόγησή της εφαρμόζεται για την προσαύξηση που δημιουργήθηκε μετά τις 30.9.10. Πρόσφατα το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών ακύρωσε όλες τις πράξεις επιβολής φόρων, κρίνοντας ότι οι φορολογικές Αρχές έδωσαν διαφορετική έννοια στον ν.3888/2010 διευρύνοντας τη χρονική έκταση εφαρμογής του αναδρομικά. Καταλόγισε στις Αρχές ότι εσφαλμένα θεώρησαν πως μέσω της μεταφοράς χρημάτων στο εξωτερικό επήλθε προσαύξηση της περιουσίας που υπάγεται στη φορολόγηση του ν. 3888, διότι η προσαύξηση προέκυψε πριν από τις 30.9.10, δηλαδή πριν να αρχίσει να ισχύει ο ν. 3888.

 

  1. Η μεταφορά χρημάτων σε τράπεζα του εξωτερικού, που αποτελεί μεμονωμένη τραπεζική συναλλαγή (έμβασμα), προϋποθέτει την ύπαρξη τραπεζικών καταθέσεων στην Ελλάδα και αποτελεί νόμιμο δικαίωμα διαχείρισης και προστασίας της περιουσίας του φορολογουμένου. Πρόσφατα με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι το εμβαζόμενο ποσό που σχηματίζεται από τη συλλογή καταθέσεων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μέσα στο πέρασμα του χρόνου, θεωρείται υπαρκτό και γνωστό κι επομένως δεν προέρχεται από άγνωστη αιτία ώστε να θεωρηθεί ως «αύξηση περιουσίας» (κατά την έννοια του ν. 3888/10) που προέκυψε μάλιστα μέσα στη χρονιά που έγινε η μεταφορά των χρημάτων. Δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί προσαύξηση περιουσίας η μεμονωμένη αυτή τραπεζική συναλλαγή, αν δεν συγκριθεί διεξοδικά με την προηγούμενη πραγματική ταμειακή κατάσταση του φορολογουμένου. Το Δικαστήριο ακύρωσε ως μη νόμιμες τις ενέργειες των φορολογικών Αρχών (ελέγχους, πρόστιμα, προσαυξήσεις κ.λπ.) κρίνοντας ότι όφειλε η Εφορία κατά τον έλεγχο των τραπεζικών καταθέσεων του φορολογουμένου να θεωρήσει ως δεδομένο και ανέλεγκτο, όσον αφορά την προέλευσή του, το ποσό που υπήρχε στον λογαριασμό πριν από τις 30.9.10.

 

  1. Τα κεφάλαια τραπεζικών καταθέσεων που σχηματίζονται μετά την ημερομηνία αυτή (έναρξη του ν. 3888) κατά το μέρος που δεν καλύπτονται από δηλωθέντα εισοδήματα, μπορούν να αποτελέσουν πλέον προσαύξηση περιουσίας, αφού κληθεί προηγουμένως ο φορολογούμενος και του δοθεί η δυνατότητα να τα δικαιολογήσει. Το ζήτημα αυτό κρίθηκε ήδη και μάλιστα τονίστηκε ότι το τεκμήριο του Ν. 3888/2010 σύμφωνα με το οποίο ο φορολογικός έλεγχος επέβαλε στον φορολογούμενο το βάρος απόδειξης της νομιμότητας των συναλλαγών του είναι ανίσχυρο για κεφάλαια που σχηματίσθηκαν πριν από τις 30.9.2010. Μόνον μετά τις 30.9.2010 (θέσπιση του Ν. 3888/2010) υφίσταται τεκμήριο ότι ο φορολογούμενος έχει φοροδιαφύγει το οποίο και μπορεί να δικαιολογηθεί.

 

 

  1. Οι πρωτογενείς καταθέσεις του ιδίου φορολογούμενου (ήτοι όχι τρίτων στο λογαριασμό του) η φορολογική αρχή καταχρηστικά και παράνομα δεν λαμβάνει υπόψιν τις αναλήψεις μετρητών που τυχόν έκανε ο φορολογούμενος ώστε να αντιλογίσει τις σχετικές καταθέσεις.

 

  1. Το άνοιγμα λογαριασμών δεν αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο, αποτελεί απλώς μία διαδικαστική πράξη της φορολογικής αρχής. Αν γίνει μία αόριστη καταγγελία, η φορολογική αρχή προβαίνει σε άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών ακόμη και αν ο φορολογούμενος έχει περαιώσει τις σχετικές χρήσεις.

 

Εντολές ελέγχου κοινοποιούνται για τις πιο κάτω περιπτώσεις:

  1. Φορολογούμενοι που βρίσκονται στις διάφορες λίστες Τραπεζών εξωτερικού, στη λίστα UBS (Ρηνανίας – Βεστφαλίας) είτε στη λίστα HSBC (λίστα Λαγκάρντ) είτε σε άλλες, όσοι έχουν λογαριασμούς στις Τράπεζες αυτές κατά το χρόνο που ελήφθησαν τα διάφορα στοιχεία, δεν είναι de facto φοροφυγάδες, καθότι δεν είναι παράνομη η κατοχή των χρημάτων στο εξωτερικό. Με αφορμή ωστόσο το ότι βρίσκονται στις συγκεκριμένες λίστες θα ελεγχθούν φορολογικά (όχι απαραιτήτως για την κατοχή των συγκεκριμένων χρημάτων, αλλά γενικά) και θα ελεγχθούν οι τραπεζικοί τους λογαριασμοί ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν φοροδιαφύγει ή όχι.

 

  1. Αντίστοιχες λίστες αφορούν τους κατόχους σκαφών με ξένη σημαία (π.χ. ολλανδική) οι οποίες έχουν παραδοθεί από το εξωτερικό στην Ελλάδα.

 

 

  1. Παραδόθηκε, επίσης, πρόσφατα από την Τράπεζα της Ελλάδος λίστα με όλους τους φορολογούμενους οι οποίοι από το 2014 κι εντεύθεν έκαναν εξαγωγή χρημάτων στο εξωτερικό με τη χρήση αμοιβαίων κεφαλαίων που αγόρασαν από Τράπεζες του εσωτερικού και μετέφεραν σε αλλοδαπό θεματοφύλακα. Η λίστα αυτή αφορά χιλιάδες φορολογούμενους, οι οποίου βάσει του σχεδιασμού του Υπουργείου Οικονομικών πρόκειται να ελεγχθούν εντός του επόμενου χρονικού διαστήματος.

 

  1. Φορολογούμενοι που έκαναν εμβάσματα στο εξωτερικό την περίοδο 2009 – 2011. Όλοι έχουν κληθεί από τις κατά τόπον αρμόδιες ΔΟΥ για να παράσχουν σχετικά δικαιολογητικά επί τη βάσει μίας ψηφιακής εφαρμογής. Όσοι, με βάση τους ψηφιακούς υπολογισμούς του Υπουργείου Οικονομικών, δεν μπόρεσαν να δικαιολογήσουν τα χρήματα, θα υπαχθούν επίσης σε έλεγχο.

 

 

  1. Έχουν συνταχθεί, επίσης, διάφορες λίστες φορολογουμένων. Το Υπουργείου Οικονομικών οι οποίες λαμβάνουν υπόψιν τα τραπεζικά υπόλοιπα στο τέλος κάθε έτους και τα αντιδιαστέλλουν προς τις φορολογικές δηλώσεις των φορολογουμένων. Μάλιστα, κατά το παρόν στάδιο γίνεται επεξεργασία συστήματος που λαμβάνει υπόψιν και τις κινήσεις εντός του ίδιου φορολογικού έτους ως τεκμήριο υψηλής φοροδοτικής ικανότητας, ενώ υπάρχουν και λίστες φορολογουμένων που έχουν κινήσεις άνω των 100.000ευρώ ετησίως, οι οποίες ωστόσο προς το παρόν δεν θεωρείται ότι πρέπει να ελεγχθούν (γιατί είναι χιλιάδες, ίσως πάνω από 60.000 φορολογούμενοι).

 

  1. Φορολογούμενοι που έχουν καταγγελθεί από τρίτους και οι καταγγελίες κρίθηκαν ουσιώδεις. Σημειωτέον ότι δεν χρειάζεται να είναι ονομαστικές οι καταγγελίες (ούτε γίνεται επιβεβαίωση του καταγγέλλοντος με κάποιο τρόπο), αρκεί να θεωρηθούν από την Ειδική Επιτροπή Καταγγελιών ότι έχουν ουσιώδη αξία. Μάλιστα αν υπάρχει καταγγελία για το έτος π.χ. 2010 σε σχέση με ένα φορολογούμενο, η Επιτροπή συνήθως δίνει εντολή να «ανοίξουν» οι λογαριασμοί όλων των δυνητικά ελέγξιμων ετών του φορολογούμενου, ώστε να γίνει συνολικός έλεγχος και όχι στοχευμένος έλεγχος μόνο για το έτος που αφορά η καταγγελία.

 

 

Σε ποιά σημεία εστιάζει ο έλεγχος πως δικιολογούνται τι επικαλούμαστε :

 

  • Τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από δανειακές συμβάσεις τυγχάνουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης, από 1,2% έως 3,6% επί του κεφαλαίου. Δάνεια μεταξύ φυσικών προσώπων φορολογούνται με 3,6%, ενώ μεταξύ εταιρίας και μετόχων ή διαχειριστών αυτής με 1,2%.Μεταξύ εταιρίας και φυσικών προσώπων δεν απαιτείται σύμβαση δανείου, αρκεί η σχετική λογιστική εγγραφή.

    Μεταξύ φυσικών προσώπων η Φορολογική Διοίκηση απαιτεί σύμβαση δανείου με βεβαία χρονολογία, εκτός αν πιστοποιείται με μεταφορά κεφαλαίου εκατέρωθεν η δοσοληψία του κεφαλαίου (οπότε πρακτικά βεβαιώνεται με τη μεταφορά κεφαλαίου η χρονολογία των χρεοπιστώσεων). Εφόσον υπάρχει βεβαία χρονολογία ο έλεγχος κάνει δεκτές ακόμη και καταθέσεις μετρητών σε υλοποίηση σχετικών χρεοπιστώσεων δανείου.

  • Οι λογαριασμοί συνδικαιούχων έχουν το χαρακτηριστικό πως έκαστος συνδικαιούχος μπορεί να προβεί σε διαχειριστικές πράξεις για το σύνολο του ποσού, δίχως να απαιτείται σχετική έγκριση οποιουδήποτε άλλου εκ των συνδικαιούχων. Με βάση εγκυκλίους του Υπουργείου Οικονομικών, ο έλεγχος θεωρεί τεκμαρτά πως οι λογαριασμοί ανήκουν κατά ιδανικά μερίδια στους συνδικαιούχους εκτός αν ο έλεγχος ή οι ίδιοι οι φορολογούμενοι αποδείξουν το αντίθετο.
  • Προ της 1.4.2008 οι δωρεές σε χρήμα είχαν μέχρι τις 150.000ευρώ φόρο 0% μεταξύ συγγενών α’ βαθμού (με κλίμακα διαβάθμισης από το ποσό αυτό και άνω) ενώ από την 1.4.2008 κι εφεξής έχουν φόρο 10%. Δεν απαιτείται σύμβαση δωρεάς, αρκεί να βεβαιώνεται η χρονολογία των σχετικών χρηματικών καταβολών (π.χ. με μεταφορά κεφαλαίου μέσω Τράπεζας), περίπτωση στην οποία έχουμε άτυπη δωρεά.
  • Η μεταφορά από λογαριασμό τριών (3) συνδικαιούχων σε λογαριασμό κάποιων εξ αυτών είναι άτυπη δωρεά, στο βαθμό που α) δεν είναι προσωρινή η μεταφορά κεφαλαίου, β) ο «δωρητής» κατείχε φορολογικά (δηλαδή δικαιολογούσε) το 100% των χρημάτων και το δώρισε ατύπως στους άλλους δύο συνδικαιούχους.

 

  • Είναι εφικτό, αν έχει γίνει υποτιμολόγηση κατά την αγοραπωλησία ενός ακινήτου, να γίνει διόρθωση συμβολαίου (με νεότερο συμβόλαιο) και να πληρωθεί φόρος μεταβίβασης στο επιπλέον τίμημα μόνο 3%. Κατά τον τρόπο αυτό δικαιολογείται στον πωλητή το επιπλέον ποσό που κατατέθηκε στους τραπεζικούς του λογαριασμούς.
  • Ζήτημα προκύπτει όταν ο αγοραστής δεν συναινεί προς κατάρτιση του τροποποιητικού συμβολαίου. Εφόσον το «μαύρο» τίμημα προκύπτει με τραπεζική επιταγή του αγοραστή την ίδια ημέρα με το συμβόλαιο αγοραπωλησίας, τότε σύρεται η επιταγή στον αγοραστή και ο έλεγχος υποχρεούται  να λάβει υπόψη το ποσό αυτό του υπερτιμήματος. Στην περίπτωση αυτή ο φόρος μεταβίβασης βαρύνει τον αγοραστή ενώ δεν φορολογείται με προσαύξηση περιουσίας ο πωλητής αφού είναι από γνωστή αιτία ήτοι την πώληση ακινήτου η οποία δεν φορολογείται. Αν είναι όμως το «μαύρο» τίμημα με μετρητά, ο έλεγχος των Φορολογικών Αρχών δυσκολεύεται να λάβει υπόψη του τα μετρητά και να βεβαιώσει ότι τα συγκεκριμένα μετρητά προέρχονται από τον αγοραστή. Απαιτείται έλεγχος στους λογαριασμούς του αγοραστή ώστε να προκύψει ισόποση ανάληψη αμέσως πρωτύτερα.
  • Πρόβλημα υπάρχει όταν αγοραστής ή πωλητής είναι εταιρία. Το συμβόλαιο θεωρείται φορολογικό στοιχείο και, ως τέτοιο, εφόσον έχει καταχωρηθεί στα βιβλία της εταιρίας θεωρείται ανακριβές φορολογικό στοιχείο με βαρύτατες κυρώσεις. Συχνά ο φόρος παραβάσεων του ΚΒΣ (Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων) είναι πολύ επαχθέστερος του φόρου εισοδήματος.
  • Η Φορολογική Αρχή συχνά επιβάλλει φόρο εισοδήματος του αρ. 28 του ν.2238/1994 στα φυσικά πρόσωπα που αγοράζουν και πωλούν ακίνητα, θεωρώντας ότι το κάνουν με σκοπό τον πορισμό του κέρδους. Πρακτικά θεωρεί ότι δεν είχαν ανοίξει ΚΑΔ (Κωδικό Άσκησης Δραστηριότητας) παρατύπως και πως αποκτούν εισόδημα που έγκειται στη διαφορά μεταξύ αξίας κτήσης ακινήτου με αξία πώλησης.
  • Οι υποθέσεις αυτές είναι μαχητές και απαιτούν μεγάλη εξειδίκευση στον τρόπο διαχείρισής τους. Ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα υπάρχουν όταν η αξία κτήσης είναι βασισμένη σε αντικειμενική αξία (π.χ. λόγω γονικής παροχής) και η αξία πώλησης στην εμπορική, όπου προκύπτει πλασματικό εισόδημα (πολύ) μεγαλύτερο του πραγματικού. Βεβαίως εσφαλμένως στις περισσότερες περιπτώσεις θεωρείται εισόδημα, και όχι απλώς αξιοποίηση περιουσίας (καθότι μέχρι και το 2014 δεν υφίστατο φόρος υπεραξίας ώστε να φορολογηθεί η σχετική συναλλακτική συμπεριφορά).

 

Διαδικασία:

 

  • Η φυσιολογική διαδικασία είναι να κληθεί ο φορολογούμενος σε ακρόαση επί τη βάσει ενός σημειώματος που θα του υποδεικνύει τις καταθέσεις στους λογαριασμούς του σε αντιδιαστολή με τα δηλωθέντα ανά έτος εισοδήματά του.

 

  • Εφόσον κριθεί από τις Φορολογικές Αρχές πως ο φορολογούμενος έχει αυξημένη φορολογική παραβατικότητα και το Δημόσιο θα εισπράξει μεγάλους φόρους, επιλαμβάνεται ο Οικονομικός Εισαγγελέας (ιδίως σε υποθέσεις που προέρχονται από λίστες εξωτερικού για τις οποίες υπάρχει εισαγγελική παραγγελία) και προβαίνει σε δέσμευση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του φορολογούμενου. Αυτό το βίαιο μέτρο λαμβάνεται για την προάσπιση των συμφερόντων του Δημοσίου, ώστε να μην μπορεί ο φορολογούμενος να μεταβιβάσει/αποκρύψει περιουσία, και συνήθως επιβάλλεται προ της κοινοποίησης της σχετικής κλήσεως σε ακρόαση στο φορολογούμενο.

 

  • Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που πληροφορήθηκαν ότι δεσμεύτηκαν οι λογαριασμοί τους γιατί κάποια πιστωτική ή χρεωστική κάρτα δεν λειτούργησε, απευθύνθηκαν στην Τράπεζά τους και τους ανακοίνωσαν ότι έχουν δεσμευθεί οι λογαριασμοί τους από τον Οικονομικό Εισαγγελία στα πλαίσια έρευνας για φοροδιαφυγή και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (μετά το 2011 η φοροδιαφυγή αποτελεί πρότερη άδικη πράξη ξεπλύματος).

 

  • Στη συνέχεια καλούνται από την Αρμόδια Φορολογική Αρχή, και οι λογαριασμοί τους αποδεσμεύονται μόνο μετά το πέρας του ελέγχου.
    Σημαντικό: Υπάρχει δυνατότητα να αποδεσμευτεί μέρος των λογαριασμών κατά τη διάρκεια του ελέγχου.
    Ακόμη, πολλοί φορολογούμενοι μπορεί να ελεγχθούν αλλά να μην ενημερωθούν ποτέ, γιατί δεν προέκυψε κατά τον διασταυρωτικό έλεγχο της Φορολογικής Αρχής κάτι επιλήψιμο, οπότε και δεν θα τους κοινοποιηθεί σχετικώς το οτιδήποτε.
  • Κατ’ αρχάς, το μείζον ζήτημα είναι σε ποιο όνομα υπάρχει εντολή ελέγχου. Σε άλλες περιπτώσεις ο έλεγχος είναι λογιστικός (ανάλωση κεφαλαίων, τεκμήρια, εμβάσματα στο εξωτερικό κ.λπ.), ενώ σε άλλες περιπτώσεις είναι τραπεζικός («άνοιγμα» του συνόλου των τραπεζικών κινήσεων, χρεώσεων και πιστώσεων, από το έτος 2000 ή αργότερα), λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψιν έμμεσες τεχνικές ελέγχου.

Παροχή Νομικών και Φοροτεχνικών Υπηρεσιών κατά τον Φορολογικό Έλεγχο Έλεγχοι ΣΔΟΕ – ΚΕΦΟΜΕΠ-ΔΟΥ